Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Βαρκάδα στον Αχέροντα

 Αύριο ταξιδεύουμε προς Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Τον τόπο που φιλοξένησε στο παρελθόν τις μαύρες πύλες του Άδη, τον τρόμο και τη μαγεία της άλλης πλευράς.

 Τώρα, 2012. Η Αχερουσία αποξηράθηκε στο όνομα της ανάπτυξης, οι ανασκαφές στα πανάρχαια μνημεία μας παγώνουν λόγω (παρα)κρατικών κωλυμάτων και οι μαντείες γίνονται μέσω facebook. Παρόλαυτά ο θάνατος είναι πάντα εδώ. Μας κλείνει το μάτι όπως το έκλεινε από την αρχή της δημιουργίας. Και το ταξίδι μας θα γίνει έτσι κι αλλιώς ακόμα κι αν πνιγόμαστε από τους λατρεμένους ιντερνετικούς μας νευρώνες. Με κάθε τρόπο είναι μια μόνιμη υπενθύμιση για το τώρα, το αιώνιο τώρα.

 Πολλές φορές νοσταλγώ τις εποχές που θα ήθελα να ζήσω. Να ήμουν λέει στην εποχή που οι θεοί κατοικούσαν όντως στον Όλυμπο. Και να πήγαινα στο Νεκρομαντείο για χρησμό και να ζούσα την τριήμερη παραζάλη της αναμονής. Και μετά με το μυστικό καλά φυλαγμένο μέσα μου να έριχνα τη μαύρη πέτρα πίσω μου για να βγάλω από πάνω μου το θανατικό.

 Μπάμ! 2012. Μ' αρέσει κι αυτό. Ευτυχώς καβαλάω τα ηλεκτρικά καλώδια και παίρνω τους χρησμούς μου από τα blogs και τους φίλους που δεν ξέρω. Ευτυχώς. Τα παραμύθια μου χρειάζονται περισσότερο από ποτέ και η ανάγκη μου να επιβιώσω δεν είναι μικρότερη από κείνη του αρχαίου οδοιπόρου. Δε διαφέρουμε σε τίποτα τελικά. Οι αγωνίες του· δικές μου. Οι χαρές του· δικές μου. Οι αγάπες του· δικές μου. Και τα παραισθησιογόνα που έπαιρνε για να την ακούσει στις νεκρικές του τελετές μπορώ να τα βρώ στη διπλανή γωνία.

 Κι άραγε σε τί θα έπρεπε να διαφέρουμε; Αφού η ζωή μας κάνει πλάκα από τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Τότε και τώρα. Αφού ο θάνατος μας χάιδεψε στο μέτωπο από τη στιγμή που είμασταν σκέψεις στα κεφάλια των γονιών μας. Αλλά δεν ήταν ο θάνατος που μας άγγιξε. Ήταν η βεβαιότητα της αλλαγής. Ο κυκλώνας που γυρίζει με πολλά χιλιόμετρα με το μάτι στο κέντρο ακίνητο.

 Αυτό μας δείχνει ο θάνατος. Και το νεκρομαντείο είναι ένας χώρος που δονείται απ' αυτό. Η μικρή του υπόγεια αίθουσα είναι μια ήσυχη γωνιά μέσα σε μια ζωή πολύβουη. Μπορεί να μη δεις το δράκουλα να σου πίνει το αίμα. Αλλά αν καταλάβεις οτι αυτό το μαγικό ακίνητο σημείο μέσα στις κοσμικές αλλαγές του σύμπαντός σου είσαι εσύ τότε ο Βαρκάρης την έκανε καλά τη δουλειά του.

Και το νόμισμά σου κράτα το.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Μια Μούτζα

Βροχή κι εγώ στο μηχανάκι. Ωραίο το φθινόπωρο κι ας με βρήκε απροετοίμαστο πάνω στο δίκυκλο κι ας βράχηκα μέχρι το κόκκαλο. Εγώ. Όλα αυτά Εγώ. Με "E" κεφαλαίο για να ξέρουμε πού πάει η βροχή και το κρύο και τα εσωτερικά σιχτίρια. Και πάνω που το μικρό μου "εγώ" προσπαθούσε να επιβιώσει κάτω από τη βροχούλα που έκανε το ανοιξιάτικο μπουφανάκι να μοιάζει με μπουγάδα έφαγα μια μούτζα ξεγυρισμένη. Δε χρειάζονται τα πώς και τα γιατί. Την έφαγα. Και πάνω που το μικρό μου Εγώ πήγε να κοκκινήσει, να κορώσει και (γιατί όχι;) να ανταποδώσει... ξαφνικά Αυτό.
Πού πήγε η μούτζα;
Απλά υπήρχε Αυτό εδώ, συνέχεια, χωρίς καμιά πιθανότητα να μην είναι χωρίς καμιά πιθανότητα να φύγει. Ποτέ.
Τί ακριβώς είναι Αυτό; Και γιατί το γράφεις με κεφαλάιο "Α"; Για εντύπωση;
Και για εντύπωση, δε θα κρυφτώ. Αλλά κυρίως για να μπορέσω να επικοινωνήσω τη μοναδικότητά του, το απλό γεγονός οτι δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από Aυτό. Η μούτζα ήταν εκεί, οι καταχθόνιες σκέψεις που την ακολούθησαν ήταν εκεί αλλά δεν είχαν κάπου να κρεμαστούν οπότε έπεσαν με χαμόγελο χωρίς να το κάνουν ιδιαίτερα θέμα.
Κι εσύ πού ήσουν;
Ωραία η ερώτηση, την περίμενα. Το σώμα εκεί, βρεχόταν. Το μυαλό εκεί, έβριζε. Αλλά εγώ ήμουν παντού. Ήμουν η μούτζα, η αντίδραση, η βροχή, το μηχανάκι... όλα. Δε μπορούσα να μην αναγνωρίσω το γεγονός οτι τα πάντα συνέβαιναν μέσα στην ίδια αντίληψη (από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τώρα που το σκέφτομαι). Το ίδιο απόλυτο πράγμα, μέρα-νύχτα, τουέντυφορσέβεν.
Άλλαξε κάτι φιλαράκι; Η μούτζα δεν είναι μούτζα ό,τι και να συμβαίνει; Στο φινάλε πολύ σοβαρά δε παίρνεις μια μούτζα; 
Θα είμαι ειλικρινής. Με εκνευρίζουν οι μούτζες. Με προσβάλλουν. Θυμώνω. Θέλω να τα σπάσω όλα. Οπότε γι' αυτό γράφω. Δεν άλλαξε τίποτα. Θα το ξαναπώ φωναχτά. ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΑ. Όλα στη θέση τους. Η κίνηση, ο εκνευρισμός, τα εσωτερικά σιχτίρια, η βροχούλα-καταιγίδα, το μπουφανάκι που έσταζε, όλα κομπλέ. Εγώ έλειπα. Αυτό το ανθρωπάκι που έφαγε τη μούτζα και προς στιγμή σκέφτηκε να κάνει τον καμπόσο, αυτό...που έμοιαζε με βρεγμένο παπί και ήταν τόσο μικρό και απροστάτευτο μέσα στο αχανές κι αδίστακτο σύμπαν... έλειπε! In fact, ποτέ δεν ήταν εκεί. Η εικόνα του, μια σκιά στην αντίληψη ήταν το μόνο που έβλεπα αλλά τίποτα άλλο που να δίνει μια στιβαρή αίσθηση του περιβόητου "εγώ". Ήμουν τα πάντα και τίποτα.
Γιατί λες "ήμουν"; Τώρα τί είσαι; Κάτι άλλο;
Είμαι αυτό που είναι όλοι. Αυτό που θα είμαι πάντα. Αυτό είναι πάντα. Είναι πάντα. Αυτό. Αν δε το βλέπω, μάι πρόμπλεμ. Και δεν το λέω ειρωνικά. Τα προβλήματα έρχονται όταν δε κοιτώ το αυτονόητο.
Ποιό είναι το αυτονόητο;
Οτι η μούτζα είμαι Εγώ.