Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Η χελώνα

 Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παιδάκι. Και το παιδάκι αυτό είχε μεγάλη φαντασία και όλο σκεφτόταν πώς να φτιάξει κάτι που θα το είχε μόνο αυτό και κανένας άλλος. Κι έτσι όταν έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο μυθολογίας, το βρήκε. Γιατί μέσα στο βιβλίο έγραφε για τον θεό Απόλλωνα και την πρώτη του λύρα που ήταν φτιαγμένη από καύκαλο χελώνας. Το παιδάκι είχε πάθος με τα μουσικά όργανα και αποφάσισε να κάνει κι αυτό το ίδιο.

 Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Ένα πρωί του καλοκαιριού πέρασε σχεδόν μπροστά από το σπίτι του μια γριά χελώνα. Το αγοράκι την είδε και την άρπαξε. Αυτό που είχε η χελώνα το ήθελε πολύ, αφόρητα. Σκεφτόταν τη λύρα του, σκεφτόταν τις μουσικές του, σκεφτόταν αυτό που θα είχε αυτός και δε θα είχαν οι άλλοι. Όταν την κράτησε στα χέρια του συνειδητοποίησε για πρώτη φορά οτι έπρεπε να τη σκοτώσει. Η χελώνα ζούσε και θα πέθαινε. Απλά. Το παιδί δε δίστασε παραπάνω από μια στιγμή. Ο θάνατος ήταν γι' αυτό μια άγνωστη έννοια ακόμα.

 "Κάτι, κάποιος πεθαίνει. Αλλά δεν είμαι εγώ. Οπότε τί με νοιάζει; Ο θάνατος είναι μακριά, σε μένα δε θα 'ρθει ποτέ."

 Έτσι πήρε τη χελώνα κι άρχισε να τη σκοτώνει. Της έχωνε ξύλα στο κεφάλι, προσπάθησε να της τραβήξει τα πόδια και τελικά τη σκότωσε πνίγοντάς την σε ένα κουβά με νερό. Το παιδί ήξερε οτι βασανίζει το άτυχο ζώο αλλά ο σκοπός του ήταν ιερός. Έπρεπε να φτιάξει τη λύρα.

 Όταν τελικά κράτησε στα χέρια του το άψυχο κουφάρι η βία είχε τελειώσει. Η χελώνα ήταν νεκρή και το καύκαλο δικό του. Έφαγε ώρες προσπαθώντας να αποκολλήσει το σώμα της χελώνας από το καύκαλο. Αλλά ήταν μικρό παιδί και δεν ήξερε. Στο τέλος βαρέθηκε, κουράστηκε και την πέταξε μακριά.

Είκοσι χρόνια μετά το παιδί, άντρας πια, γύρισε στο σπίτι του από τη δουλειά. Πάρκαρε, κατέβηκε και μπροστά του άξαφνα είδε μια χελώνα τοποθετημένη ανάσκελά να προσπαθεί να γυρίσει. Κάποιο παιδάκι ήθελε να παίξει και τη γύρισε. Έτσι για πλάκα. Και μετά την ξέχασε ή την παράτησε επίτηδες για να την τιμωρήσει. Μπορεί κι αυτό να ήθελε να φτιάξει τη δική του λύρα. Ή γιατί απλά μπορούσε. Ή χωρίς γιατί.

"Είμαι η χελώνα. 
Είμαι το παιδί που τη γύρισε και την παράτησε. 
Είμαι αυτός που την έσωσε. 
Είμαι η λύρα που δε φτιάχτηκε. 
Είμαι το παιδί που την έπνιξε. 
Είμαι το δασάκι που τη δέχτηκε. 
Είμαι ένας μεγάλος τώρα. 
Είμαι ο άνθρωπός που σκοτώνει για να αισθανθεί όμορφα. 
Είμαι το δροσερό αεράκι που αγκαλιάζει τους ερωτευμένους. 
Είμαι το ποίημα που εξυμνεί την αγάπη. 
Είμαι ο στίχος που δικαιολογεί τον πόλεμο και τις σφαγές. 
Είμαι το δέντρο. 
Είμαι το ζώο. 
Είμαι το σύννεφο. 
Είμαι ο τρόμος που εκτινάσσεται από το σκοτάδι.
Είμαι το λουλούδι. 
Είμαι ο πλανήτης. 
Είμαι ο χρόνος. 
Είμαι το άπειρο. 
Είμαι μια ελάχιστη κουκίδα μέσα στο αιώνιο. 
Είμαι τίποτα από το τίποτα και όλα από τα πάντα."


Σήκωσε τη χελώνα και την πήγε στο διπλανό δασάκι. Την άφησε, την κοίταξε και γύρισε στο σπίτι.





 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου