Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η ιστορία της γάτας


 Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό βασίλειο γεννήθηκαν δυο παιδιά. Το πρώτο παιδί είχε την τύχη να γεννηθεί στο παλάτι του βασιλιά. Και δεν ήταν ένα τυχαίο παιδί. Κάθε άλλο! Ήταν ο γιος του βασιλιά, ο μονάκριβος, ο προορισμένος να κυβερνήσει τη χώρα όταν θα μεγάλωνε και θα γινόταν άντρας. Το δεύτερο παιδί δεν ήταν και τόσο τυχερό. Οι γονείς του ήταν φτωχοί εργάτες και ο ερχομός του στον κόσμο συνοδεύτηκε από αγάπη αλλά και άγχος μιας και το μεγάλωμα ενός παιδιού ήταν δύσκολο πράγμα για τους δυο φτωχούς ανθρώπους. Την ίδια μέρα με τα δυο παιδιά γεννήθηκαν και δυο υπέροχα γατάκια που βρέθηκαν από σύμπτωση κοντά στα παιδιά. Το ένα στο βασιλόπουλο και το άλλο στο φτωχόπαιδο. 
 Ο χρόνος περνούσε και τα μωρά έγιναν παιδιά. Τα γατάκια τους έγιναν κανονικές γάτες και ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι. Αλλά οι διαφορές στην ανατροφή ήταν ολοφάνερες. Το βασιλόπουλο ήταν ένα έξυπνο παιδί με όρεξη και περιέργεια για τη ζωή. Οι βασιλιάδες-γονείς του φρόντισαν να του παρέχουν ότι ήθελε για να ικανοποιήσει τη δίψα του για μάθηση. Είχε τους καλύτερους δασκάλους και τα καλύτερα βιβλία. Από τα πέρατα του κόσμου έφεραν φυσικούς και μαθηματικούς για να του εξηγήσουν τον κόσμο. Έφεραν μουσικούς για να μάθει την αρμονία της ζωής με τις νότες. Το φτωχόπαιδο είχε την ίδια όρεξη για μάθηση. Αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα δεν ήρθε σ’ αυτό. Ούτε δάσκαλοι, ούτε βιβλία ούτε τίποτα. Άκουγε για την ευφυία του βασιλόπουλου και ζήλευε. Όλοι όμως γύρω του θεωρούσαν τη ζωή δεδομένη. Έτσι είναι τα πράγματα έλεγαν. Κάποιοι γεννιούνται βασιλιάδες και κάποιοι φτωχοί. Αυτή είναι η ζωή. Κι όλο και περισσοτερο το φτωχό παιδί βυθιζόταν στη θλίψη.
 Μια μέρα περνούσε έξω από το παλάτι. Ξάφνου μέσα από τα τεράστια κάγκελα της εισόδου του παλάτιού πετάχτηκε ένα γατί και άρχισε να τρέχει. Απ’ ότι φαίνεται κυνηγούσε κάτι και σαν βολίδα όρμησε ξοπίσω του. Σκαρφάλωσε γεμάτο ενέργεια στο μεγάλο δέντρο της πλατείας, κατέβηκε ορμητικό, έτρεξε, πήδηξε και στο τέλος ξάπλωσε μπροστά στη μεγάλη πόρτα για να ξεκουραστεί. Εκείνη τη στιγμή μέσα από το παλάτι ακούστηκε μια φωνή. Κάποιος καλούσε το γατί. Το παιδί που κοιτούσε απέξω κατάλαβε ότι αυτό το γατί ήταν αυτό το περίφημο βασιλικό γατάκι. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε, το βασιλόπουλο βγήκε για λίγο έξω, το πήρε στα χέρια του, το χάιδεψε, μπήκε μέσα και χάθηκε στο παλάτι.
 Ο μικρός απέξω κατάλαβε την αγάπη του βασιλόπουλου για τη γάτα του. Κι ο ίδιος είχε την ίδια αγάπη για τη δική του. Όμως δεν κατάλαβε κάτι άλλο. Παρόλο που οι γάτες είχαν εμφανώς διαφορετική ζωή (το γατί του παλατιού ήταν πιο καλοζωισμένο με γούνα αφράτη και νύχια γυαλισμένα) στην πραγματικότητα το δυναμικό τους ήταν εκεί απόλυτα παρόν. Καμιά από τις δύο γάτες δεν είχε αμφισβητήσει τα χαρίσματα με τα οποία γεννήθηκε και καμιά δεν είχε μπει στον κόπο να συγκριθεί με την άλλη. Γι’ αυτές τα πράγματα ήταν ακριβώς όπως ήταν. Οπότε όλα τα γατίσια τους χαρακτηριστικά ήταν απόλυτα εκφρασμένα. Η ευλιγισία τους, η τέλεια όρασή τους, η χαλαρότητα των μυών τους, τα ανασταλτά τους νύχια ήταν πράγματα που δεν έλειπαν σε κανένα από τα δυο γατιά.
 Η αποκάλυψη τον χτύπησε σαν κεραυνός. Αυτή η απόλυτη πρόσβαση στο δυναμικό που δόθηκε σα δώρο στα γατιά με τη γέννησή τους τον τάραξε συθέμελα. Πήγε κατευθείαν πίσω στη γέννησή του. Οι γονείς του μιλούσαν πάντα με μια πικρή ειρωνία όταν αναφέρονταν στη σύμπτωση της ημερομηνίας της γέννησής του με αυτή του βασιλόπουλου. Πόσο μεγάλη διαφορά, έλεγαν. Μακάρι να μπορούσαμε να σου προσφέρουμε ό,τι προσφέρουν οι βασιλιάδες στο παιδί τους! Αλλά εμείς είμαστε φτωχοί και το βασιλόπουλο λένε ότι είναι πολύ έξυπνο! 
 Εκείνη τη μέρα όμως, τη μέρα της γέννησης, όλα ήταν διαφορετικά. Τα δυο μωράκια ήρθαν στον κόσμο και το καθένα είχε έναν προορισμό και τα ίδια ακριβώς μέσα για να τον επιτύχει. Τα ίδια ακριβώς! Τί άλλαξε στην πορεία; Το φτωχόπαιδο κάθισε κάτω από το μεγάλο δέντρο της πλατείας κι έκλεισε τα μάτια του. Τί άλλαξε; Μήπως αυτό το δυναμικό άλλαξε; Δε γίνεται να αλλάξει αυτό, με τίποτα! Οι γάτες τους το είχαν αναλλοίωτο σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους! Αν δεν άλλαξε αυτό τότε τί; 
Τί;
 Μα βέβαια! Η αμβισβήτηση άλλαξε. Η συνεχόμενη ροή της πληροφορίας ότι κάποιοι είναι πιο τυχεροί από τους άλλους. Οτι δε γίνεται να έχεις την ίδια τύχη με το βασιλόπουλο. Ότι η ζωή είναι δύσκολη. Ότι πρέπει να αποδεικνύεις πάντα οτι είσαι καλός. Ότι ο κόσμος ξέρει αλλά εσύ όχι. Ότι πρέπει να κάνεις αυτό που σου λένε οι άλλοι. Οτι γεννιέσαι κάτι, δε γίνεσαι. Οτι... οτι.... οτι...
 Ο μικρός χαμογέλασε. Αν εκείνη τη μέρα της γέννησής τους από βαριά αρρώστια πέθαιναν τα δυο παιδιά στην κούνια, τότε τί; Πού θα πήγαινε το “γεννιέσαι, δε γίνεσαι;¨Ποιός θα ξερε αν κάποιο από τα παιδιά είχε γεννηθεί χαρισματικό; Τί θα σήμαινε συνηθισμένο τότε; Κι αν από διαβολική σύμπτωση άλλαζαν τα παιδιά στη γέννα; Τί θα γινόταν αν το τεράστιο παλάτι ήταν το σπίτι του και το βασιλόπουλο μεγάλωνε στην τρώγλη; 
 Άρα; Χαμόγελο. Το απεριόριστο δυναμικό του είναι πάντα εδώ. Ποτέ δεν έφυγε. Ποτέ δεν άλλαξε. Ποτέ δεν του το πήρε κανείς. Απλά σφραγίστηκαν οι πύλες που οδηγούσαν εκεί. Απλά του έστρεψαν το κεφάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει λίγα πράγματα με το περιορισμένο του μυαλό και το περιορισμένο του σώμα. Η γάτα του δεν το έκανε ποτέ αυτό. Με ό,τι γεννήθηκε συνέχισε να ζει. Το ίδιο και η γάτα του βασιλόπουλου. Η μια μεγάλωσε στην τρώγλη και η άλλη στο παλάτι. Αλλά το παιχνίδι τους παρέμεινε το ίδιο. 
 Το παιδί περπάτησε προς το σπίτι. Όλος ο κόσμος του ήταν εδώ. Από τη μέρα που γεννήθηκε. Πήγε να ανοίξει τις πόρτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου