Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Βαρκάδα στον Αχέροντα

 Αύριο ταξιδεύουμε προς Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Τον τόπο που φιλοξένησε στο παρελθόν τις μαύρες πύλες του Άδη, τον τρόμο και τη μαγεία της άλλης πλευράς.

 Τώρα, 2012. Η Αχερουσία αποξηράθηκε στο όνομα της ανάπτυξης, οι ανασκαφές στα πανάρχαια μνημεία μας παγώνουν λόγω (παρα)κρατικών κωλυμάτων και οι μαντείες γίνονται μέσω facebook. Παρόλαυτά ο θάνατος είναι πάντα εδώ. Μας κλείνει το μάτι όπως το έκλεινε από την αρχή της δημιουργίας. Και το ταξίδι μας θα γίνει έτσι κι αλλιώς ακόμα κι αν πνιγόμαστε από τους λατρεμένους ιντερνετικούς μας νευρώνες. Με κάθε τρόπο είναι μια μόνιμη υπενθύμιση για το τώρα, το αιώνιο τώρα.

 Πολλές φορές νοσταλγώ τις εποχές που θα ήθελα να ζήσω. Να ήμουν λέει στην εποχή που οι θεοί κατοικούσαν όντως στον Όλυμπο. Και να πήγαινα στο Νεκρομαντείο για χρησμό και να ζούσα την τριήμερη παραζάλη της αναμονής. Και μετά με το μυστικό καλά φυλαγμένο μέσα μου να έριχνα τη μαύρη πέτρα πίσω μου για να βγάλω από πάνω μου το θανατικό.

 Μπάμ! 2012. Μ' αρέσει κι αυτό. Ευτυχώς καβαλάω τα ηλεκτρικά καλώδια και παίρνω τους χρησμούς μου από τα blogs και τους φίλους που δεν ξέρω. Ευτυχώς. Τα παραμύθια μου χρειάζονται περισσότερο από ποτέ και η ανάγκη μου να επιβιώσω δεν είναι μικρότερη από κείνη του αρχαίου οδοιπόρου. Δε διαφέρουμε σε τίποτα τελικά. Οι αγωνίες του· δικές μου. Οι χαρές του· δικές μου. Οι αγάπες του· δικές μου. Και τα παραισθησιογόνα που έπαιρνε για να την ακούσει στις νεκρικές του τελετές μπορώ να τα βρώ στη διπλανή γωνία.

 Κι άραγε σε τί θα έπρεπε να διαφέρουμε; Αφού η ζωή μας κάνει πλάκα από τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Τότε και τώρα. Αφού ο θάνατος μας χάιδεψε στο μέτωπο από τη στιγμή που είμασταν σκέψεις στα κεφάλια των γονιών μας. Αλλά δεν ήταν ο θάνατος που μας άγγιξε. Ήταν η βεβαιότητα της αλλαγής. Ο κυκλώνας που γυρίζει με πολλά χιλιόμετρα με το μάτι στο κέντρο ακίνητο.

 Αυτό μας δείχνει ο θάνατος. Και το νεκρομαντείο είναι ένας χώρος που δονείται απ' αυτό. Η μικρή του υπόγεια αίθουσα είναι μια ήσυχη γωνιά μέσα σε μια ζωή πολύβουη. Μπορεί να μη δεις το δράκουλα να σου πίνει το αίμα. Αλλά αν καταλάβεις οτι αυτό το μαγικό ακίνητο σημείο μέσα στις κοσμικές αλλαγές του σύμπαντός σου είσαι εσύ τότε ο Βαρκάρης την έκανε καλά τη δουλειά του.

Και το νόμισμά σου κράτα το.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Μια Μούτζα

Βροχή κι εγώ στο μηχανάκι. Ωραίο το φθινόπωρο κι ας με βρήκε απροετοίμαστο πάνω στο δίκυκλο κι ας βράχηκα μέχρι το κόκκαλο. Εγώ. Όλα αυτά Εγώ. Με "E" κεφαλαίο για να ξέρουμε πού πάει η βροχή και το κρύο και τα εσωτερικά σιχτίρια. Και πάνω που το μικρό μου "εγώ" προσπαθούσε να επιβιώσει κάτω από τη βροχούλα που έκανε το ανοιξιάτικο μπουφανάκι να μοιάζει με μπουγάδα έφαγα μια μούτζα ξεγυρισμένη. Δε χρειάζονται τα πώς και τα γιατί. Την έφαγα. Και πάνω που το μικρό μου Εγώ πήγε να κοκκινήσει, να κορώσει και (γιατί όχι;) να ανταποδώσει... ξαφνικά Αυτό.
Πού πήγε η μούτζα;
Απλά υπήρχε Αυτό εδώ, συνέχεια, χωρίς καμιά πιθανότητα να μην είναι χωρίς καμιά πιθανότητα να φύγει. Ποτέ.
Τί ακριβώς είναι Αυτό; Και γιατί το γράφεις με κεφαλάιο "Α"; Για εντύπωση;
Και για εντύπωση, δε θα κρυφτώ. Αλλά κυρίως για να μπορέσω να επικοινωνήσω τη μοναδικότητά του, το απλό γεγονός οτι δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από Aυτό. Η μούτζα ήταν εκεί, οι καταχθόνιες σκέψεις που την ακολούθησαν ήταν εκεί αλλά δεν είχαν κάπου να κρεμαστούν οπότε έπεσαν με χαμόγελο χωρίς να το κάνουν ιδιαίτερα θέμα.
Κι εσύ πού ήσουν;
Ωραία η ερώτηση, την περίμενα. Το σώμα εκεί, βρεχόταν. Το μυαλό εκεί, έβριζε. Αλλά εγώ ήμουν παντού. Ήμουν η μούτζα, η αντίδραση, η βροχή, το μηχανάκι... όλα. Δε μπορούσα να μην αναγνωρίσω το γεγονός οτι τα πάντα συνέβαιναν μέσα στην ίδια αντίληψη (από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τώρα που το σκέφτομαι). Το ίδιο απόλυτο πράγμα, μέρα-νύχτα, τουέντυφορσέβεν.
Άλλαξε κάτι φιλαράκι; Η μούτζα δεν είναι μούτζα ό,τι και να συμβαίνει; Στο φινάλε πολύ σοβαρά δε παίρνεις μια μούτζα; 
Θα είμαι ειλικρινής. Με εκνευρίζουν οι μούτζες. Με προσβάλλουν. Θυμώνω. Θέλω να τα σπάσω όλα. Οπότε γι' αυτό γράφω. Δεν άλλαξε τίποτα. Θα το ξαναπώ φωναχτά. ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΙΠΟΤΑ. Όλα στη θέση τους. Η κίνηση, ο εκνευρισμός, τα εσωτερικά σιχτίρια, η βροχούλα-καταιγίδα, το μπουφανάκι που έσταζε, όλα κομπλέ. Εγώ έλειπα. Αυτό το ανθρωπάκι που έφαγε τη μούτζα και προς στιγμή σκέφτηκε να κάνει τον καμπόσο, αυτό...που έμοιαζε με βρεγμένο παπί και ήταν τόσο μικρό και απροστάτευτο μέσα στο αχανές κι αδίστακτο σύμπαν... έλειπε! In fact, ποτέ δεν ήταν εκεί. Η εικόνα του, μια σκιά στην αντίληψη ήταν το μόνο που έβλεπα αλλά τίποτα άλλο που να δίνει μια στιβαρή αίσθηση του περιβόητου "εγώ". Ήμουν τα πάντα και τίποτα.
Γιατί λες "ήμουν"; Τώρα τί είσαι; Κάτι άλλο;
Είμαι αυτό που είναι όλοι. Αυτό που θα είμαι πάντα. Αυτό είναι πάντα. Είναι πάντα. Αυτό. Αν δε το βλέπω, μάι πρόμπλεμ. Και δεν το λέω ειρωνικά. Τα προβλήματα έρχονται όταν δε κοιτώ το αυτονόητο.
Ποιό είναι το αυτονόητο;
Οτι η μούτζα είμαι Εγώ.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Σκέφτομαι άρα Κοιμάμαι

-Κοίτα τον εαυτό σου.

-Θέλω καθρέφτη.
-Χωρίς καθρέφτη.
-Θέλω μάτια.
-Χωρίς μάτια.
-Θέλω χρόνο.
-Χωρίς χρόνο.
-Θέλω.

-Αυτό αρκεί.

Πριν κοιτάξω ήθελα να αλλάξω τη ζωή μου. Και καρφίτσωσα την απόφαση με μεγάλα γράμματα στον τοίχο μου: ΘΑ ΑΛΛΑΞΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ.

Ωραία φαινόταν. Ακόμα και η γραμματοσειρά ήταν επιβλητική.

Μετά είπα να κοιτάξω.

Και μετά πάλι στον τοίχο. Γέλιο. Μόνο γράμματα. Γράμματα σε ομάδες που θυμήθηκα οτι τις λέμε λέξεις. Και μια πρόταση που δεν έβγαζε νόημα. Κάτι για μια αλλαγή μέσα στο τίποτα. Γέλιο. Και κάποιος που νομίζει οτι τον περικλείουν αποκλειστικά τα κύτταρά του και οι σκέψεις του. Πάλι γέλιο. Ξεκαρφίτσωσα την απόφαση και καρφίτσωσα μια άλλη.

ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΤΡΥΠΗΣΩ ΤΟΝ ΑΕΡΑ
(και ίσως του φορέσω σκουλαρίκια)

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Αμνησία

Ξύπνησα μια μέρα και δε θυμόμουν τίποτα. Ούτε προβλήματα, ούτε ευτυχίες, τίποτα.

Και έζησα σε αυτό το θαύμα για κάποιο χρόνο απροσδιόριστο.

Και μετά τα θυμήθηκα πάλι όλα. Χωρίς αλλαγές, χωρίς εκπλήξεις, όπως ακριβώς ήταν.

Αλλά κάτι με προβλημάτισε βαθιά.

Άραγε τα προβλήματα και οι ευτυχίες ξαναγύρισαν σε μένα ή εγώ σε αυτά;

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Η χελώνα

 Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παιδάκι. Και το παιδάκι αυτό είχε μεγάλη φαντασία και όλο σκεφτόταν πώς να φτιάξει κάτι που θα το είχε μόνο αυτό και κανένας άλλος. Κι έτσι όταν έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο μυθολογίας, το βρήκε. Γιατί μέσα στο βιβλίο έγραφε για τον θεό Απόλλωνα και την πρώτη του λύρα που ήταν φτιαγμένη από καύκαλο χελώνας. Το παιδάκι είχε πάθος με τα μουσικά όργανα και αποφάσισε να κάνει κι αυτό το ίδιο.

 Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Ένα πρωί του καλοκαιριού πέρασε σχεδόν μπροστά από το σπίτι του μια γριά χελώνα. Το αγοράκι την είδε και την άρπαξε. Αυτό που είχε η χελώνα το ήθελε πολύ, αφόρητα. Σκεφτόταν τη λύρα του, σκεφτόταν τις μουσικές του, σκεφτόταν αυτό που θα είχε αυτός και δε θα είχαν οι άλλοι. Όταν την κράτησε στα χέρια του συνειδητοποίησε για πρώτη φορά οτι έπρεπε να τη σκοτώσει. Η χελώνα ζούσε και θα πέθαινε. Απλά. Το παιδί δε δίστασε παραπάνω από μια στιγμή. Ο θάνατος ήταν γι' αυτό μια άγνωστη έννοια ακόμα.

 "Κάτι, κάποιος πεθαίνει. Αλλά δεν είμαι εγώ. Οπότε τί με νοιάζει; Ο θάνατος είναι μακριά, σε μένα δε θα 'ρθει ποτέ."

 Έτσι πήρε τη χελώνα κι άρχισε να τη σκοτώνει. Της έχωνε ξύλα στο κεφάλι, προσπάθησε να της τραβήξει τα πόδια και τελικά τη σκότωσε πνίγοντάς την σε ένα κουβά με νερό. Το παιδί ήξερε οτι βασανίζει το άτυχο ζώο αλλά ο σκοπός του ήταν ιερός. Έπρεπε να φτιάξει τη λύρα.

 Όταν τελικά κράτησε στα χέρια του το άψυχο κουφάρι η βία είχε τελειώσει. Η χελώνα ήταν νεκρή και το καύκαλο δικό του. Έφαγε ώρες προσπαθώντας να αποκολλήσει το σώμα της χελώνας από το καύκαλο. Αλλά ήταν μικρό παιδί και δεν ήξερε. Στο τέλος βαρέθηκε, κουράστηκε και την πέταξε μακριά.

Είκοσι χρόνια μετά το παιδί, άντρας πια, γύρισε στο σπίτι του από τη δουλειά. Πάρκαρε, κατέβηκε και μπροστά του άξαφνα είδε μια χελώνα τοποθετημένη ανάσκελά να προσπαθεί να γυρίσει. Κάποιο παιδάκι ήθελε να παίξει και τη γύρισε. Έτσι για πλάκα. Και μετά την ξέχασε ή την παράτησε επίτηδες για να την τιμωρήσει. Μπορεί κι αυτό να ήθελε να φτιάξει τη δική του λύρα. Ή γιατί απλά μπορούσε. Ή χωρίς γιατί.

"Είμαι η χελώνα. 
Είμαι το παιδί που τη γύρισε και την παράτησε. 
Είμαι αυτός που την έσωσε. 
Είμαι η λύρα που δε φτιάχτηκε. 
Είμαι το παιδί που την έπνιξε. 
Είμαι το δασάκι που τη δέχτηκε. 
Είμαι ένας μεγάλος τώρα. 
Είμαι ο άνθρωπός που σκοτώνει για να αισθανθεί όμορφα. 
Είμαι το δροσερό αεράκι που αγκαλιάζει τους ερωτευμένους. 
Είμαι το ποίημα που εξυμνεί την αγάπη. 
Είμαι ο στίχος που δικαιολογεί τον πόλεμο και τις σφαγές. 
Είμαι το δέντρο. 
Είμαι το ζώο. 
Είμαι το σύννεφο. 
Είμαι ο τρόμος που εκτινάσσεται από το σκοτάδι.
Είμαι το λουλούδι. 
Είμαι ο πλανήτης. 
Είμαι ο χρόνος. 
Είμαι το άπειρο. 
Είμαι μια ελάχιστη κουκίδα μέσα στο αιώνιο. 
Είμαι τίποτα από το τίποτα και όλα από τα πάντα."


Σήκωσε τη χελώνα και την πήγε στο διπλανό δασάκι. Την άφησε, την κοίταξε και γύρισε στο σπίτι.





 


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Η Αλήθεια

 Ο κόσμος χτίζεται γύρω από τις σκέψεις μας. Και δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα πιο ευμετάβλητο από τις σκέψεις μας. Κι άρα δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα πιο ευμετάβλητο από τον κόσμο μας. Και κάθε ευκαιρίας δοθείσης μπορούμε να το τσεκάρουμε ξανά και ξανά.
Φτώχεια, πλούτος, πολιτικές πεποιθήσεις, ομάδες ποδοσφαίρου, θρήσκευμα, σχέσεις, συναισθήματα, ζωή, θάνατος, πόνος, χριστούγεννα, πάσχα, τέχνη, σεξ... Απόψεις, απόψεις, απόψεις. Κυρίαρχες, επικρατέστερες, λανθάνουσες, ακραίες, μετριοπαθείς, ανεύθυνες, καίριες, ανατρεπτικές. Απόψεις. Σκέψεις που γίνονται λέξεις, λέξεις που γίνονται πράξεις, πράξεις που χαϊδεύουν, που σκοτώνουν, που αγαπούν, που κρίνουν.

Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Και υπάρχω άρα ξέρω. Κι αφού ξέρω χτίζω τον κόσμο μου ανάλογα.

-Εμένα ο κόσμος μου είναι γεμάτος βία.
- Εμένα γεμάτος αγάπη.


-Εγώ τη βρίσκω με σκυλάδικα.
-Εγώ ακούω μόνο κλασική.


-Εγώ όπου και να γυρίσω βλέπω βρωμοαλβανούς.
-Εγώ βλέπω ταλαιπωρημένους μετανάστες.


-Για μένα η ζωή οδηγεί στην αυτοκτονία.
-Για μένα η ζωή οδηγεί στα γεράματα.


-Για μένα η σημαία είναι το ιερότερο σύμβολο.
-Για μένα η σημαία είναι ένα αδιάφορο πανί.


-Το Πασόκ είναι θρησκεία.
-Η ΝΔ είναι θρησκεία.


-Μου αρέσουν τα θρίλλερ.
-Πώς μπορεί κάποιος να βλέπει τόση βία;


 Τί είναι η αλήθεια; Κάποιος είχε πει οτι υπάρχει η αλήθεια μου, η αλήθεια σου και η αλήθεια. Αυτό το μαγικό κάτι που είναι αμετάβλητο. Πάντα. Χωρίς να υπόκειται σε αλλοιώσεις, χωρίς να χωράει κρίσεις, κατακρίσεις και επαίνους που πεθαίνουν με το που χάνονται οι λέξεις, τα στόματα και οι πένες που τα γράφουν, χωρίς να χρειάζεται επιβεβαίωση, χωρίς να νοιάζεται για αντιδράσεις, χωρίς να έχει καν ανάγκη εμάς, τον πλανήτη ή το σύμπαν για να υπάρξει.
Η αλήθεια που υπάρχει όχι επειδή υπάρχω αλλά που υπάρχω επειδή υπάρχει. Η αλήθεια που βρίσκεται στις κοσμικές εκρήξεις ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που θα τη βρώ στις πιο μύχιες σκέψεις.

Καθαρή, απλή και μόνη.







Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Γέλιο

Χθες θύμωσα πολύ. Και στενοχωρέθηκα και φώναξα και μάλωσα. Κι όσο σκεφτόμουν το λόγο ήμουν γεμάτος ένταση και θυμό.

Και μετά ήρθε το γέλιο. Όταν οι σκέψεις άλλαξαν ο θυμός έφυγε. Ο λόγος εξαφανίστηκε. Και γέλασα με την ψυχή μου. Άραγε οι λόγοι υπάρχουν από μόνοι τους ή τους "υπάρχουμε" εμείς; Κι αν τα συναισθήματα εξαρτώνται από τις σκέψεις τότε αυτές πού κρύβονται; Η ζωή περιέχει πολύ γέλιο τελικά! Πόλεμοι, σφαγές, ουρλιαχτά και ακραία φαινόμενα συμπεριφοράς μόνο και μόνο γιατί πιστεύουμε αυτό που πάντα αλλάζει και πάντα χάνεται. Τις σκέψεις.

Και μετά γέλασα ακόμα περισσότερο. Γιατί από τη σκέψη "είμαι θυμωμένος" δεν εξαφανίστηκε μόνο ο θυμός αλλα και το "είμαι".

Γέλιο

Καλημέρα

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Ταινία διπλής όψεως (ή σε τί κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας)

ΌΨΗ 1
Σκηνή στον προθάλαμο ενός μαιευτηρίου. Ξημερώματα. Περιμένουν καμιά δεκαριά συγγενείς ξενυχτισμένοι και νευρικοί. Βγαίνει η μαία.

Μαία: Γεννήσαμε!!
Ένας συγγενής: Αχ, Παναγιά μου... Όλα καλά με το κορίτσι μας;
Μαία: Όλα καλά... Και με τα δυο κορίτσια... Να σας ζήσει!!

Δάκρυα χαράς και συγκίνηση. Βγαίνει ο ευτυχής πατέρας και χαμογελάει. Φιλιούνται, αγκαλιάζονται...


Μια οθόνη παίζει σιωπηλά στο χώρο. Διαφημίσεις, αδιάφορες σειρές και τρέιλερ των βραδινών ειδήσεων. Τηλεόραση.  "Συντροφιά". Ειδήσεις. Γράμματα τρέχουν στη μαύρη λεζάντα: "Η κρίση θα επιδεινωθεί την επόμενη πενταετία. Σε τί κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;" Ο πατέρας κοιτάει την οθόνη. Οι συγγενείς κοιτούν την οθόνη. Όλοι κοιτούν την οθόνη. Σκέφτονται. Ξανασκέφτονται. Μιλάμε για πολύ σκέψη. Μόνο το νεογέννητο δεν κοιτάει. (Σιγά μην κοίταζε)


Θείος: Με το καλό παιδί μου τις μέρες αυτές τις δύσκολες... Τί να πω...
Πατέρας: ..........
Θεία: Να ΄ναι Θεέ μου δυνατό το κοριτσάκι μας, να ζήσει και να μεγαλώσει όχι όπως θέλουν "αυτοί" αλλά όπως θέλει εκείνη...
Πατέρας: ...........
Ξάδερφος: Κρίση και κρίση και κρίση.... Βαρέθηκα!
Πατέρας: ...........
Συγγενείς: Μπλαμπλαμπλαμπλαμπλαμπλαμπλα...........
Πατέρας: ...........

ΌΨΗ 2
Η μεγάλη ανατροπή. Το μόλις προ τετάρτου γεννημένο κοριτσάκι αποφασίζει να... μιλήσει. Άγνωστο πώς. Με τί γνώσεις. Τί ερεθίσματα (πάντα χρειάζονται ερεθίσματα για να μιλήσει κάποιος μας το λέγαν και στο σχολείο). Θαύμα. Το νεογέννητο ξεκολλά για λίγο από το στήθος της μάνας του και μιλά.

Νεογέννητο: Είναι πολύ όμορφες οι ευχές σας. Από την κοιλιά τις ακούω εδώ κι εννιά μήνες. Και τώρα live. Ευχαριστώ. Εκ μέρους των σοκαρισμένων γονιών μου που τις δέχονται για μένα ευχαριστώ. 
Αλλά ας το αφήσουμε εκεί. Η αγάπη είναι καλοδεχούμενη. Ο φόβος όχι. Κοιτάχτε με λίγο παρακαλώ. Είμαι εντελώς απροστάτευτη. Για σας. Που ξέρετε τί σημαίνει φόβος. Και κάνετε τα πάντα για να τον ξορκίσετε. Που ξέρετε τί σημαίνει θάνατος. Και κάνετε τα πάντα για να τον αποφύγετε. Που ξέρετε τί σημαινει κρίση. Και σκαρφίζεστε τρόπους για να τη σκαπουλάρετε. 
Εγώ μόλις βγήκα από το απόλυτο σκοτάδι. Στον "κόσμο" σας. Σ' αυτόν που φοβάστε να μου δώσετε. Αλλά κρατάω ολοκάθαρη την εικόνα της μήτρας. Είμαι ακόμα χωρίς όρια. Είμαι όλες σας οι χαρές και όλοι σας οι φόβοι. Είμαι το σύμπαν. Τί να μου πει μια κρίση μιας απειροελάχιστης χώρας ενός μικροσκοπικού πλανήτη; Εγώ τη δημιούργησα. Εγώ θα την καταστρέψω. Εγώ είμαι ο ήλιος. Εγώ είμαι το χρήμα που σας λείπει. Εγώ είμαι όλες οι λέξεις που έχουν ειπωθεί, όλες οι "αλήθειες" κι όλα τα "ψέματα". Μια ώρα έξω απ' την κοιλιά και γελάω με τις εμμονές σας. Με τις ερμηνείες σας. Εγώ είμαι η μοναδική ερμηνεία. Ανερμήνευτη. Εγώ είμαι η μοναδική αλήθεια. Αλάθητη. 
Πώς γίνεται να ξεχάσατε; Όλοι από μια μήτρα βγήκαμε. Από την ίδια μήτρα. Θυμηθείτε! Δε μπαίνω εγώ στον κόσμο σας-αυτός μπαίνει μέσα μου. Εγώ είμαι τα πάντα. Ακόμα δε με οριοθετήσατε. Βλέπω την αλήθεια με τα κλειστά μου μάτια. Δεν είμαι απροστάτευτη. Απροστάτευτο είναι αυτό το μικρό σώμα. Όχι εγώ. Απροστάτευτες είναι οι σκέψεις. Εγώ δεν έχω. Δεν τις χρειάζομαι ακόμα. Σκεφτείτε εσείς για μένα. 
Εγώ λέω να ξαναβυθιστώ στην αλήθεια. 

Συγγενείς: .................
Πατέρας: ..................
Μάνα: (δακρύζει) Επιτέλους!


Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η ιστορία της γάτας


 Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό βασίλειο γεννήθηκαν δυο παιδιά. Το πρώτο παιδί είχε την τύχη να γεννηθεί στο παλάτι του βασιλιά. Και δεν ήταν ένα τυχαίο παιδί. Κάθε άλλο! Ήταν ο γιος του βασιλιά, ο μονάκριβος, ο προορισμένος να κυβερνήσει τη χώρα όταν θα μεγάλωνε και θα γινόταν άντρας. Το δεύτερο παιδί δεν ήταν και τόσο τυχερό. Οι γονείς του ήταν φτωχοί εργάτες και ο ερχομός του στον κόσμο συνοδεύτηκε από αγάπη αλλά και άγχος μιας και το μεγάλωμα ενός παιδιού ήταν δύσκολο πράγμα για τους δυο φτωχούς ανθρώπους. Την ίδια μέρα με τα δυο παιδιά γεννήθηκαν και δυο υπέροχα γατάκια που βρέθηκαν από σύμπτωση κοντά στα παιδιά. Το ένα στο βασιλόπουλο και το άλλο στο φτωχόπαιδο. 
 Ο χρόνος περνούσε και τα μωρά έγιναν παιδιά. Τα γατάκια τους έγιναν κανονικές γάτες και ήταν οι καλύτεροί τους φίλοι. Αλλά οι διαφορές στην ανατροφή ήταν ολοφάνερες. Το βασιλόπουλο ήταν ένα έξυπνο παιδί με όρεξη και περιέργεια για τη ζωή. Οι βασιλιάδες-γονείς του φρόντισαν να του παρέχουν ότι ήθελε για να ικανοποιήσει τη δίψα του για μάθηση. Είχε τους καλύτερους δασκάλους και τα καλύτερα βιβλία. Από τα πέρατα του κόσμου έφεραν φυσικούς και μαθηματικούς για να του εξηγήσουν τον κόσμο. Έφεραν μουσικούς για να μάθει την αρμονία της ζωής με τις νότες. Το φτωχόπαιδο είχε την ίδια όρεξη για μάθηση. Αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα δεν ήρθε σ’ αυτό. Ούτε δάσκαλοι, ούτε βιβλία ούτε τίποτα. Άκουγε για την ευφυία του βασιλόπουλου και ζήλευε. Όλοι όμως γύρω του θεωρούσαν τη ζωή δεδομένη. Έτσι είναι τα πράγματα έλεγαν. Κάποιοι γεννιούνται βασιλιάδες και κάποιοι φτωχοί. Αυτή είναι η ζωή. Κι όλο και περισσοτερο το φτωχό παιδί βυθιζόταν στη θλίψη.
 Μια μέρα περνούσε έξω από το παλάτι. Ξάφνου μέσα από τα τεράστια κάγκελα της εισόδου του παλάτιού πετάχτηκε ένα γατί και άρχισε να τρέχει. Απ’ ότι φαίνεται κυνηγούσε κάτι και σαν βολίδα όρμησε ξοπίσω του. Σκαρφάλωσε γεμάτο ενέργεια στο μεγάλο δέντρο της πλατείας, κατέβηκε ορμητικό, έτρεξε, πήδηξε και στο τέλος ξάπλωσε μπροστά στη μεγάλη πόρτα για να ξεκουραστεί. Εκείνη τη στιγμή μέσα από το παλάτι ακούστηκε μια φωνή. Κάποιος καλούσε το γατί. Το παιδί που κοιτούσε απέξω κατάλαβε ότι αυτό το γατί ήταν αυτό το περίφημο βασιλικό γατάκι. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε, το βασιλόπουλο βγήκε για λίγο έξω, το πήρε στα χέρια του, το χάιδεψε, μπήκε μέσα και χάθηκε στο παλάτι.
 Ο μικρός απέξω κατάλαβε την αγάπη του βασιλόπουλου για τη γάτα του. Κι ο ίδιος είχε την ίδια αγάπη για τη δική του. Όμως δεν κατάλαβε κάτι άλλο. Παρόλο που οι γάτες είχαν εμφανώς διαφορετική ζωή (το γατί του παλατιού ήταν πιο καλοζωισμένο με γούνα αφράτη και νύχια γυαλισμένα) στην πραγματικότητα το δυναμικό τους ήταν εκεί απόλυτα παρόν. Καμιά από τις δύο γάτες δεν είχε αμφισβητήσει τα χαρίσματα με τα οποία γεννήθηκε και καμιά δεν είχε μπει στον κόπο να συγκριθεί με την άλλη. Γι’ αυτές τα πράγματα ήταν ακριβώς όπως ήταν. Οπότε όλα τα γατίσια τους χαρακτηριστικά ήταν απόλυτα εκφρασμένα. Η ευλιγισία τους, η τέλεια όρασή τους, η χαλαρότητα των μυών τους, τα ανασταλτά τους νύχια ήταν πράγματα που δεν έλειπαν σε κανένα από τα δυο γατιά.
 Η αποκάλυψη τον χτύπησε σαν κεραυνός. Αυτή η απόλυτη πρόσβαση στο δυναμικό που δόθηκε σα δώρο στα γατιά με τη γέννησή τους τον τάραξε συθέμελα. Πήγε κατευθείαν πίσω στη γέννησή του. Οι γονείς του μιλούσαν πάντα με μια πικρή ειρωνία όταν αναφέρονταν στη σύμπτωση της ημερομηνίας της γέννησής του με αυτή του βασιλόπουλου. Πόσο μεγάλη διαφορά, έλεγαν. Μακάρι να μπορούσαμε να σου προσφέρουμε ό,τι προσφέρουν οι βασιλιάδες στο παιδί τους! Αλλά εμείς είμαστε φτωχοί και το βασιλόπουλο λένε ότι είναι πολύ έξυπνο! 
 Εκείνη τη μέρα όμως, τη μέρα της γέννησης, όλα ήταν διαφορετικά. Τα δυο μωράκια ήρθαν στον κόσμο και το καθένα είχε έναν προορισμό και τα ίδια ακριβώς μέσα για να τον επιτύχει. Τα ίδια ακριβώς! Τί άλλαξε στην πορεία; Το φτωχόπαιδο κάθισε κάτω από το μεγάλο δέντρο της πλατείας κι έκλεισε τα μάτια του. Τί άλλαξε; Μήπως αυτό το δυναμικό άλλαξε; Δε γίνεται να αλλάξει αυτό, με τίποτα! Οι γάτες τους το είχαν αναλλοίωτο σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους! Αν δεν άλλαξε αυτό τότε τί; 
Τί;
 Μα βέβαια! Η αμβισβήτηση άλλαξε. Η συνεχόμενη ροή της πληροφορίας ότι κάποιοι είναι πιο τυχεροί από τους άλλους. Οτι δε γίνεται να έχεις την ίδια τύχη με το βασιλόπουλο. Ότι η ζωή είναι δύσκολη. Ότι πρέπει να αποδεικνύεις πάντα οτι είσαι καλός. Ότι ο κόσμος ξέρει αλλά εσύ όχι. Ότι πρέπει να κάνεις αυτό που σου λένε οι άλλοι. Οτι γεννιέσαι κάτι, δε γίνεσαι. Οτι... οτι.... οτι...
 Ο μικρός χαμογέλασε. Αν εκείνη τη μέρα της γέννησής τους από βαριά αρρώστια πέθαιναν τα δυο παιδιά στην κούνια, τότε τί; Πού θα πήγαινε το “γεννιέσαι, δε γίνεσαι;¨Ποιός θα ξερε αν κάποιο από τα παιδιά είχε γεννηθεί χαρισματικό; Τί θα σήμαινε συνηθισμένο τότε; Κι αν από διαβολική σύμπτωση άλλαζαν τα παιδιά στη γέννα; Τί θα γινόταν αν το τεράστιο παλάτι ήταν το σπίτι του και το βασιλόπουλο μεγάλωνε στην τρώγλη; 
 Άρα; Χαμόγελο. Το απεριόριστο δυναμικό του είναι πάντα εδώ. Ποτέ δεν έφυγε. Ποτέ δεν άλλαξε. Ποτέ δεν του το πήρε κανείς. Απλά σφραγίστηκαν οι πύλες που οδηγούσαν εκεί. Απλά του έστρεψαν το κεφάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει λίγα πράγματα με το περιορισμένο του μυαλό και το περιορισμένο του σώμα. Η γάτα του δεν το έκανε ποτέ αυτό. Με ό,τι γεννήθηκε συνέχισε να ζει. Το ίδιο και η γάτα του βασιλόπουλου. Η μια μεγάλωσε στην τρώγλη και η άλλη στο παλάτι. Αλλά το παιχνίδι τους παρέμεινε το ίδιο. 
 Το παιδί περπάτησε προς το σπίτι. Όλος ο κόσμος του ήταν εδώ. Από τη μέρα που γεννήθηκε. Πήγε να ανοίξει τις πόρτες.